ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΝΟΣΟΥ Covid-19


Δια της αναπνευστικής οδού

Τα διαθέσιμα συσσωρευμένα στοιχεία δείχνουν ότι η κύρια οδός μετάδοσης της νόσου είναι δια της αναπνευστικής οδού, με τον ιό να αιωρείται είτε σε σταγονίδια είτε σε μικρότερα σωμάτια αερολυμάτων. Η δυναμική μετάδοσης είναι ετερογενής και φαίνεται να υπάρχουν παράγοντες με σημαντικό ρόλο στην υπερδιάδοση και τη διατήρηση της επιδημίας. Είναι σίγουρο ότι η κοντινή απόσταση μεταξύ νοσούντων και μη, η διάρκεια της γειτνίασης αυτής καθώς και ο εξαερισμός των εσωτερικών χώρων παίζουν σημαντικό ρόλο στην μετάδοση της νόσου.

Η λεπτομερής μελέτη ιχνηλάτησες επαφών επιβατών αμαξοστοιχίας που περιλάμβανε 2334 περιπτώσεις τεκμηριωμένης νόσου και 72 093 στενές επαφές διαπίστωσε ότι το ποσοστό μετάδοσης είναι στενά συνδεδεμένο τόσο με την απόσταση μεταξύ των θέσεων όσο και με τη διάρκεια του κοινού ταξιδιού. Είναι φανερό, το αναμενόμενο άλλωστε, για τον ρόλο της χρήσης των μεσών μαζικής μεταφοράς στην διάδοση της νόσου.

Το φορτίο του ιού είναι υψηλότερο στην ανώτερη αναπνευστική οδό (ρινοφάρυγγα και στοματοφάρυγγα) νωρίς κατά τη νόσηση και στη συνέχεια αυξάνεται στην κατώτερη αναπνευστική οδό (πτύελα), υποδηλώνοντας ότι η ανώτερη αναπνευστική οδός είναι η συνήθης αρχική θέση ιού αντιγραφής του ίου με επακόλουθη λοίμωξη στο κατώτερο αναπνευστικό.

Θεωρώντας μια περίοδο επώασης 5,2 ημερών, υπολόγισθηκε ότι η μολυσματικότητα ξεκίνησε 2,3 ημέρες πριν από την έναρξη των συμπτωμάτων, κορυφώθηκε περίπου μια ημέρα πριν από την έναρξη των συμπτωμάτων και μειώθηκε γρήγορα εντός 7 ημερών . Με τα υπάρχοντα δεδομένα ότι το 44% των μολύνσεων αποκτήθηκαν από άτομα που ήταν προ-συμπτωματικά κατά τη στιγμή της μετάδοσης.

Σεξουαλική μετάδοση

Δεν υπάρχουν τρέχοντα στοιχεία που να υποστηρίζουν τη σεξουαλική μετάδοση του SARS- CoV-2. Για συνδεδεμένες μεταδόσεις μεταξύ σεξουαλικών συντρόφων, ο αποκλεισμός της αναπνευστικής

Μετάδοση δια της αιματικής οδού Δεν υπάρχουν τεκμηριωμένες περιπτώσεις μετάδοσης δια του αίματος Σε κυτταρικό επίπεδο

Μέχρι σήμερα, μελέτες για την εισχώρηση του SARS-CoV-2 στο κύτταρο έχουν επικεντρωθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου στον υποδοχέα του ACE2, ο οποίος όμως εκφράζεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα πρωτεϊνών στα αναπνευστικά και οσφρητικά επιθηλιακά κύτταρα. Είναι ενδεχόμενο κατόπιν αυτού να απαιτούνται συμπαράγοντες για τη διευκόλυνση της αλληλεπιδράσεως του ιού με κύτταρα του ξενιστή με χαμηλή έκφραση υποδοχέων του ACE2. Σύμφωνα με πολύ πρόσφατη μελέτη από πολλά συνεργασθέντα ινστιτούτα ανά τον πλανήτη το NRP1 θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει έναν τέτοιο παράγοντα ενίσχυσης που προωθεί την αλληλεπίδραση του ιού με τους υποδοχείς του ACE2.