ΔΙΑΓΝΩΣΤΚΑ TESTS ΝΟΣΗΣΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΟΡΩΝΟΪΟ Sars-CoV-2


Ο WHO προτείνει, επί του παρόντος, τη διάγνωση του COVID-19 με μοριακές τεχνικές που ανιχνεύουν το RNA του ιού SARS-CoV-2. Αυτή είναι γενικά η τρέχουσα στρατηγική και στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι υφιστάμενες υποδομές και οι ελλείψεις υλικών περιορίζουν την ικανότητα των τεχνικών αυτών να ανταποκριθούν στην αυξανόμενη ζήτηση για διαγνωστικά COVID19 σε ολόκληρη την ΕΕ. Ως εκ τούτου, η πρόσβαση σε αξιόπιστες, ταχείες διαγνωστικές μεθόδους ανίχνευσης του αντιγόνου του ιού του COVID-19, θα μπορούσε να μετριάσει την πίεση στα εργαστήρια και να αυξήσει την ικανότητα κάλυψης των επειγουσών αναγκών της δημόσιας υγείας.

Οι ταχείες μέθοδοι ανίχνευσης του κορωνοϊού είναι ποιοτικές ή ημι-ποσοτικές in vitro διαγνωστικές μέθοδοι (IVDs), που χρησιμοποιούνται μεμονωμένα ή σε μικρές σειρές. Χρησιμοποιούν μη αυτοματοποιημένες διαδικασίες και έχουν σχεδιαστεί για να δώσουν γρήγορα αποτελέσματα είτε στα νοσοκομεία είτε εγγύς του τόπου λήψης των δειγμάτων . Οι ταχείες μέθοδοι μπορεί να δώσουν αποτελέσματα περίπου σε 10-30 λεπτά ενώ χρειάζονται περίπου τέσσερις ώρες για μοριακές τεχνικές. Υπάρχουν δύο τύποι διαγνωστικών μεθόδων του COVID-19 που χρησιμοποιούνται ή βρίσκονται σε εξέλιξη. Η άμεση ανίχνευση του αντιγόνου SARS-CoV-2 και έμμεση ανίχνευση μέσω των αντισωμάτων κατά του ιού. Οι μέθοδοι ανίχνευσης του αντιγόνου ανιχνεύουν συστατικά των ιών που υπάρχουν κατά τη διάρκεια της λοίμωξης σε εκκρίματα, όπως ρινοφαρυγγικές εκκρίσεις ή ενδεχομένως πτύελα ή και σίελος.

Οι μέθοδοι ανίχνευσης των αντισωμάτων που αναπτύσσονται κατά των υπομονάδων S1 και S2 της πρωτεϊνικής ακίδας (spike protein) του κορωνοϊού δίνουν πληροφορίες, κυρίως μετά την νόσηση, πράγμα που είναι χρήσιμο από πολλές απόψεις. Σε αντίθεση με τα tests, που χρησιμοποιούνται για την ανίχνευση της νόσου μόνο κατά την περίοδο της λοίμωξης, η ανίχνευση αντισωμάτων δίνει πληροφορίες για το αν νόσησε κάποιος και επιτρέπουν την εκτίμηση σε πληθυσμιακό επίπεδο του νοσήσαντος πληθυσμού ο οποίος και ανέπτυξε αντισώματα κατά του ιού. Επί πλέον, και αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας, η ανιχνευση των αντισωμάτων κατά της πρωτείνης αυτής του ιού επιτρέπει τον έλεγχο της ανάπτυξης ανοσίας στον ιό μετά τον εμβολιασμό με τα υπό ανάπτυξη εμβόλια τα οποία στοχεύουν ακριβώς στις ίδιες υπομονάδες S1, S2 της πρωτεϊνικής ακίδας του ιού. Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι η ανίχνευση των αντισωμάτων είναι πλέον αποτελεσματική (ευαισθησία μεγαλύτερη του 97%) τουλάχιστον 15 ημέρες μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων και την ταυτοποίηση της νόσου με την ανίχνευση των αντιγόνων με την μέθοδο PCR. Για την ανίχνευση των αντισωμάτων υπάρχουν ευρέως χρησιμοποιούμενες αυτοματοποιημένες τεχνικές για την διαχείριση μεγάλου αριθμού δειγμάτων.

Οι ανάγκες της πανδημίας Covid-19 επέβαλαν την αναζήτηση αυτοματοποιημένων, μεγάλης κλίμακας ποσοτικών μεθόδων ανίχνευσης του αντιγόνου του ιού Sars-2, οι οποίες και αναπτύχθηκαν ταχέως από μεγάλες εταιρίες ανάπτυξης και παραγωγής αντιδραστηρίων ανοσοπροδιορισμών (immunoassays) χρησιμοποιώντας διάφορους ιχνηθέτες κυρίως όμως βασιζόμενους στη χημειοφωταύγεια. Οι συγκριτικές μελέτες που έγιναν δείχνουν ότι τα αποτελέσματα συγκρινόμενα με αυτά της μεθόδου RT-PCR είναι σύμφωνα σε ποσοστό 91,5% για το σύνολο των εξετασθέντων δειγμάτων ασθενών με ευαισθησία 100% για ασθενείς με υψηλό φορτίο ιού.

Ο προσδιοριμός του ιικού φορτίου δεν είναι επί του παρόντος ευχερής. Η αρχική υπόθεση της εφαρμογής ενός κατωφλίου (Ct) στο αριθμό κύκλων μεγέθυνσης της PCR κάτω από το οποίο το ιικό φορτίο είναι μεγάλο δεν αποτελεί ασφαλες κριτήριο και αυτής της ακόμη, της εν μέρει ποσοτικοποίησης του φορτίου. Σύμφωνα με ορισμένες εργασίες το Ct σχετίζεται με την βαρύτητα της νόσου και την διαστρωμάτωση του κινδύνου θανάτου. Άλλες όμως εργασίες αμφισβητούν την αξιοπιστία της εφαρμογής ενός κατωφλιού εν προκειμένω.

Στο εργαστήριό μας προσδιορίζουμε τόσο το αντιγόνο του κορωνοϊού όσο και τα αντισώματα IgE και IgM κατά του ιού αυτού . Χρησιμοποιούνται μέθοδοι immunoassay με κορυφαία ευαισθησία και ειδικότητα(97-100% )

Για το αντιγόνο χρησιμοποιούνται πολυκλωνικά αντισώματα κατά της νουκλεκαψιδικής πρωτεΐνης της επιφανείας του ιού. Ευαισθησία 95%, ειδικότητα 97.1-100%
Για τα αντισώματα χρησιμοποιούνται αντιγόνα από τις υπομονάδες της πρωτεϊνικής ακίδας του ιού (spike protein) Ευαισθησία μετά την 15 ημέρα από την εμφάνιση των συμπτωμάτων 97.1%, ειδικότητα 98 %


ΕΤΣΙ ΠΑΡΕΧΟΥΜΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΝΟΣΟΥ ΣΕ ΜΟΛΥΝΘΕΝΤΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ Η ΧΩΡΙΣ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΟΣΟ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΝΤΙΣΩΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΟΣΗΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΡΩΝΟΪΟ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ.