Περισσότερα για τους καρκινικούς δείκτες


Οι πιο κάτω κυριότεροι καρκινικοί δείκτες έχουν αποδειχθεί ότι σχετίζονται με την παρουσία καρκίνου στα αντίστοιχα όργανα.

Καρκινοεμβρυϊκό αντιγόνο (CEA). Είναι αυξημένο σε αδενοκαρκίνωμα του παχέως εντέρου, αλλά και σε καρκινώματα του μαστού, του στομάχου, του παγκρέατος, του ήπατος και του πνεύμονος. Μικρότερες αυξήσεις παρατηρούνται σε καλοήθεις παθήσεις όπως φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου, φυματίωση, κίρρωση ήπατος και σε καπνιστές

Οι φυσιολογικές τιμές στον ορό είναι:  

 

  • έως 5 ng/mL για μη καπνιστές
  • έως 10 ng/mL για καπνιστές

Ειδικό προστατικό αντιγόνο (PSA). Είναι από τους σημαντικότερους καρκινικούς δείκτες και χρησιμοποιείται για τον προληπτικό έλεγχο και την πρώιμη ανίχνευση του καρκίνου του προστάτη στους άνδρες. Παράγεται από τον προστατικό αδένα κυρίως και είναι αυξημένο στον καρκίνο του προστάτη. Αύξησή του όμως παρατηρείται και στην καλοήθη υπερπλασία του προστάτη που εμφανίζεται σε πολλούς άνδρες με την αύξηση της ηλικίας, καθώς επίσης και σε μικροβιακές φλεγμονές του προστάτη (προστατίτιδες).

Οι φυσιολογικές τιμές στον ορό είναι:  

 

  • έως 2,5 ng/mL για 40-49 ετών
  • έως 3,5 ng/mL για 50-59 >>
  • έως 4,5 ng/mL για 60-69 >>
  • έως 6,5 ng/mL για 70-99 >>

Ελεύθερο προστατικό αντιγόνο (free PSA). Πρόκειται για κλάσμα του ολικού PSA , το οποίο και αυτό χρησιμοποιείται για τη διάγνωση του καρκίνου του προστάτη. Όσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό του free PSA σε σχέση με το PSA , τόσο ελαττώνονται οι πιθανότητες κακοήθειας του προστάτη.

Τα όρια του κλάσματος freePSA / PSA είναι:  

 

  • μεγαλύτερο από 0,2: καλοήθης υπερπλασία

Για τιμές PSA

α-Φετοπρωτεΐνη (AFP). Είναι κυρίως δείκτης του ηπατοκυτταρικού καρκινώματος, αλλά επίσης και του εμβρυϊκού καρκινώματος του όρχεως, του τερατώματος του όρχεως και των όγκων του λεκιθικού ασκού. Ελαφρά αυξημένες τιμές βρίσκουμε και στην ηπατίτιδα και την κίρρωση του ήπατος. Χαρακτηριστικό είναι ότι αυξάνει και κατά την εγκυμοσύνη από την 12-14η εβδομάδα φθάνοντας το μέγιστο την 32η εβδομάδα της κύησης και αποτελεί δείκτη της ανάπτυξης του εμβρύου.

Οι φυσιολογικές τιμές στον ορό είναι:  

 

  • έως 10 ng/mL για άνδρες και γυναίκες (εκτός των εγκύων)

β-χοριακή γοναδοτροπίνη (β-HCG). Είναι η χαρακτηριστική ορμόνη της κύησης που μας βοηθά να καθορίσουμε αν ένα test -κυήσεως είναι θετικό ή αρνητικό. Φυσιολογικά σε εγκυμοσύνη αρχίζει να αυξάνει από τη στιγμή που το γονιμοποιημένο ωάριο εμφυτεύεται στην μήτρα. Αύξησή της παρατηρείται σε τροφοβλαστικούς όγκους, σε καρκίνο του μαστού και σε κακοήθεις όγκους των όρχεων.

Οι φυσιολογικές τιμές στον ορό είναι:  

 

  • έως 3 mIU/mL για τους άνδρες
  • έως 5 mIU/mL για τις γυναίκες

Καρκινικό αντιγόνο CA 19-9. Αυξάνει σε κακοήθη νεοπλάσματα του παγκρέατος και λιγότερο του στομάχου, του παχέως εντέρου και των χοληφόρων. Μικρή αύξηση μπορεί να παρατηρηθεί και σε ηπατίτιδα, παγκρεατίτιδα, χολοκυστίτιδα και κυστική ίνωση.

Οι φυσιολογικές τιμές στον ορό είναι:  

 

  • έως 36,2 ΙU/mL για άνδρες και γυναίκες

Καρκινικό αντιγόνο CA 15-3. Είναι ο σημαντικότερος δείκτης για τον καρκίνο του μαστού. Χρησιμοποιείται τόσο για την επιβεβαίωση της διάγνωσης του καρκίνου προεγχειρητικά, όσο και για την παρακολούθηση του ασθενούς μετεγχειρητικά ως δείκτης εμφάνισης μεταστάσεων. Αύξησή του μπορεί να παρατηρηθεί και σε κακοήθη νεοπλάσματα των βρόγχων, του παγκρέατος, του παχέως εντέρου και των ωοθηκών. Επίσης μικρή αύξηση μπορεί να παρατηρηθεί και σε καλοήθεις παθήσεις, όπως ηπατίτιδα ή παθήσεις των πνευμόνων, των ωοθηκών ή του μαστού.

Οι φυσιολογικές τιμές στον ορό είναι:  

 

  • έως 35 IU/mL για άντρες και γυναίκες

Καρκινικό αντιγόνο CA 125. Κυρίως αυξάνει σε περιπτώσεις καρκίνου των ωοθηκών. Επίσης βρίσκεται μερικές φορές αυξημένο σε καρκίνο του παγκρέατος, του μαστού, του ενδομητρίου, του πνεύμονα και σε καλοήθεις παθήσεις όπως ενδομητρίωση, κίρρωση, παγκρεατίτιδα, αλλά και στο πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης.

Οι φυσιολογικές τιμές στον ορό είναι:  

 

  • έως 30 IU/mL για άνδρες και γυναίκες (εκτός των εγκύων)

Καρκινικό αντιγόνο CA 50. Αυξάνει σε καρκίνο του παχέως εντέρου, του στομάχου, του παγκρέατος, των πνευμόνων, της μήτρας, του προστάτη και του μαστού. Επίσης παρουσιάζει μικρή αύξηση σε καλοήθεις παθήσεις όπως παγκρεατίτιδα, ηπατίτιδα και χολοκυστίτιδα.

Οι φυσιολογικές τιμές στον ορό είναι:  

 

  • έως 25 IU/mL για άνδρες και γυναίκες

Ειδική νευρωνική ενόλαση (NSE) ορού. Η NSE αποτελεί γλυκολυτικό ένζυμο που καταλύει την μετατροπή του 2-φωσφογλυκερικού και του φωσφοενολπυροσταφυλικού οξέος. Η NSE εκφράζεται στον μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, στο νευροβλάστωμα, στο μελάνωμα, στους παγκρεατικούς ενδοκρινικούς όγκους, στους καρκινοειδείς όγκους του εντέρου, σε ορισμένους όγκους του προστάτη και στο μυελοειδές καρκίνωμα του θυρεοειδούς. Φαίνεται δηλαδή ότι η παρουσία της NSE συσχετίζεται με τον υψηλό ρυθμό κυτταρικού θανάτου των κυττάρων νευροενδοκρινούς διαφοροποίησης. Στον μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα έχει αποδειχθεί ότι η NSE, μαζί με την αλβουμίνη του ορού, είναι από τους καλύτερους προγνωστικούς δείκτες επιβίωσης των ασθενών. Αυξημένα ποσά της ΝSE έχουν ανιχνευθεί στο 52-85 % των ασθενών με μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, ενώ μόνο στο 4-38 % των ασθενών με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα. Έχει επίσης αναφερθεί αύξηση των επιπέδων της NSE στο 1-18 % ασθενών με μη κακοήθη νοσήματα του πνεύμονα.

Οι φυσιολογικές τιμές στον ορό είναι:  

 

  • έως 16,4 IU/mL για άνδρες και γυναίκες

Αντιγόνο επιδερμοειδούς καρκινώματος (SCC). Το αντιγόνο αυτό αποτελεί χρήσιμο δείκτη παρακολούθησης και ανίχνευσης της υποτροπής του επιδερμοειδούς καρκινώματος του τραχήλου της μήτρας, της κεφαλής και του τραχήλου, του πνεύμονα, του οισοφάγου και του δέρματος. Ωστόσο ο βαθμός διαφοροποίησης του όγκου δε φαίνεται να εξαρτάται από τα επίπεδα του δείκτη. Επιπλέον μερικές καλοήθεις γυναικολογικές και πνευμονολογικές παθήσεις είναι υπεύθυνες για αυξημένες τιμές του δείκτη SCC στον ορό.

Οι φυσιολογικές τιμές στον ορό είναι:  

 

  • έως 1,5 ng/mL για άνδρες και γυναίκες

Ανθρώπινη θυρεοσφαιρίνη (TG). Η κύρια κλινική εφαρμογή είναι η παρακολούθηση ασθενών με καρκίνωμα του θυρεοειδούς. (θυλακιώδες ή θυλώδεςκαρκίνωμα) μετά από θυρεοειδεκτομή. Συγκεκριμένα μετά από πλήρη χειρουργική αφαίρεση του θυρεοειδούςε ή θεραπεία με ιώδιο 131, επανερχόμενα ή επίμονα επίπεδα της TG δείχνουν τοπική υποτροπή ή απομακρυσμένες ματαστάσεις. Η μέτρηση του παραπάνω δείκτη χρησιμοποιείται επίσης στην παρακολούθηση της συντηρητικής θεραπείας της βρογχοκήλης και της νόσου του Basedow.

Οι φυσιολογικές τιμές στον ορό είναι:  

 

  • 2-70 ng/mL για άνδρες και γυναίκες

Καλσιτονίνη (CT). Η καλσιτονίνη είναι ένα πολυπεπτίδιο που δημιουργείται από τα παραθυλακιώδη (C) κύτταρα του θυρεοειδούς. Η ανίχνευση της καλσιτονίνης χρησιμοποιείται στη διάγνωση και παρακολούθηση των υποτροπών και μεταστάσεων στο μυελώδες καρκίνωμα ή στο καρκίνωμα των C κυττάρων.

Οι φυσιολογικές τιμές στον ορό είναι:  

 

  • έως 13,6 pg/mL για άνδρες και γυναίκες

Ιστικό πολυπεπτιδικό αντιγόνο (TPA). Μεταξύ των τύπων καρκίνου που εμφανίζουν αύξηση στα επίπεδα του TPA είναι του μαστού, του πεπτικού σωλήνα, του πνεύμονα, του προστάτη και των ωοθηκών. Επιπλέον το TPA είναι ιδιαίτερα χρήσιμο ως ένας πολύ ευαίσθητος δείκτης για την επιβεβαίωση της διάγνωσης του κυτταρικού καρκινώματος της κύστεως στα αρχικά της στάδια. Το TPA έχει χρόνο ημιζωής 7 ημέρες σε κυκλοφορία και φτάνει σε ένα σταθερό επίπεδο 3 με 4 εβδομάδες μετά τη θεραπεία του καρκίνου. Τα επίπεδα TPA στον ορό μεταβάλλονται σε σχέση με τον πολλαπλασιασμό των όγκων. Επομένως είναι πιθανό ότι ένας όγκος χωρίς σημαντική κυτταρική διαίρεση και ανάπτυξη δε θα προκαλέσει αυξημένα επίπεδα TPA στον ορό.

Οι φυσιολογικές τιμές στον ορό είναι:  

 

  • έως 80 ΙU/L για άνδρες και γυναίκες

Φερριτίνη. Ο καθορισμός της φερριτίνης πραγματοποιείται κυρίως για τη διάγνωση της ανερπάκειας σιδήρου ή της διαφορικής διάγνωσης ορισμένων αναιμιών. Ωστόσο κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι ασθενείς με κακοήθεις νόσους όπως η λευχαιμία, η νόσος του Hodkin, το καρκίνωμα του μαστού, τα ΩΡΛ καρκινώματα και ο καρκίνος των ωοθηκών, οδηγούν σε αυξημένα επίπεδα φερριτίνης στον ορό.

Οι φυσιολογικές τιμές στον ορό είναι:  

 

  • Άρρενες ενήλικες 38-457 ng/mL
  • Θήλεις ενήλικες 7,4-73 ng/mL
  • Παιδιά 7 -142 ng/mL

Αντιγόνο του βλεννώδους καρκινώματος (MCA). Το αντιγόνο αυτό ανήκει στην ομάδα των μαστικών βλεννο-αντιγόνων και δίνει αποτελέσματα παρόμοια με αυτά των άλλων τεστ που μετρούν τα βλεννο-αντιγόνα του καρκίνου του μαστού.

Οι φυσιολογικές τιμές στον ορό είναι:  

 

  • έως 30 ΙU/mL για άνδρες και γυναίκες

Καρκινικό αντιγόνο 72-4 (CA 72-4). Αποτελεί δείκτη του γαστρικού καρκινώματος.

Οι φυσιολογικές τιμές στον ορό είναι:  

 

  • έως 6 ΙU/L για άνδρες και γυναίκες

Αντιγόνο του ιστικού πολυπεπτιδίου (TPS). Το αντιγόνο αυτό σχετίζεται με την ανθρώπινη κυτταροκερατίνη 18. Το TPS αποτελεί δείκτη της ενεργότητας των καρκινικών κυττάρων σε αντίθεση με τους υπόλοιπους δείκτες. Επιπλέον τα επίπεδα του δείκτη αυτού σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του μαστού σχετίζονται με την πρόγνωση, ενώ μειωμένα επίπεδα κατά τη διάρκεια της θεραπείας σχετίζονται με καλή απόκριση στην ακολουθούμενη αγωγή. Επιπλέον ο προσδιορισμός του επιπέδου του TPS σε συνδυασμό με το Ca-15-3 στον καρκίνο του μαστού συμμετέχουν στην παρακολούθηση αποτελεσματικότητα της ακολουθούμενης αγωγής.

Οι φυσιολογικές τιμές στον ορό είναι:  

 

  • έως 84 U/L για άνδρες και γυναίκες

Το PSA στο καρκίνο του προστάτη

Ο καρκίνος του προστάτη αποτελεί την επικρατέστερη κακοήθη νόσο στους άνδρες άνω των 50 ετών. Ευθύνεται για πάνω από το 15% των καρκίνων στους άνδρες. Το 9% των ανδρών με καρκίνο πεθαίνει από καρκίνο του προστάτη. Τα τελευταία χρόνια είχαμε μια δραματική αύξηση του καρκίνου του προστάτη στις βιομηχανικές χώρες. Κάθε χρόνο περισσότεροι από 100.000 Ευρωπαίοι και περίπου 120.000 Αμερικανοί αναπτύσσουν καρκίνο του προστάτη.Ο καρκίνος του προστάτη παρουσιάζει μία πτώση με το πέρασμα των δεκαετιών. Ωστόσο όμως σε ορισμένους πληθυσμούς όπως οι Αφροαμερικανοί, η θνησιμότητα παραμένει υψηλή, θα έλεγε κανείς διπλάσια από αυτή των λευκών. Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι η τυχαία ανακάλυψη καρκίνου του προστάτη μετά από τον θάνατο ηλικιωμένων ατόμων ανέρχεται σε πολύ υψηλά επίπεδα και θα πρέπει να είναι του επιπέδου του 80 % για άτομα πέραν της ηλικίας των 80 ετών. Όσο αναφορά το PSA το οποίο είναι ένας καλός δείκτης screening του καρκίνου του προστάτου θα πρέπει να ειπωθεί ότι τα επίπεδα των 4 ng/mL είναι μάλλον υψηλά. Με βάση νεότερα δεδομένα θα πρέπει να θεωρηθεί ότι τα φυσιολογικά επίπεδα φτάνουν μέχρι 2,5 ng/mL. Μία σημαντική παράμετρος η οποία μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη εκτίμηση του PSA σαν δείκτη καρκίνου του προστάτου είναι η ταχύτητα αυξήσεως των επιπέδων του. Είναι παραδεκτό ότι μία ταχύτητα αυξήσεως των επιπέδων του PSA μικρότερη των 0,75 ng/mL/χρόνο είναι ενδεικτική καλοήθειας, Σύμφωνα με νεότερα όμως δεδομένα και ιδιαίτερα για άτομα μικρότερα των 50 ετών η ταχύτητα αυξήσεως του PSA θα πρέπει να τοποθετηθεί στα 0,6 ng/mL/χρόνο. Κατ΄ άλλους πρέπει επίσης στην εκτίμηση του ρυθμού αύξησης του PSA να λαμβάνονται υπόψη τα επίπεδά του. Έτσι ο ρυθμός αύξησης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 0.35ng/ml για τιμές μικρότερες των 4ng/ml και 0.7 ng /ml για τιμές μεγαλύτερες των 4ng/ml.

Είναι σημαντικό επίσης να λεχθεί ότι τα αυξημένα επίπεδα του PSA ενδέχεται να οφείλονται σε προστατίτιδα και ως εκ τούτου δε θα πρέπει τα επίπεδα να αξιολογούνται σαν μια απόλυτη τιμή αλλά επί υπόνοιας προστατίτιδος όπου υπάρχει αύξηση του μεγέθους του προστάτου θα πρέπει να γίνει επανεκτίμηση του PSA μετά από αγωγή με αντιβιοτικά.

Προσδιορισμός του ελευθέρου PSA

Ο προσδιορισμός του ελευθέρου κλάσματος του PSA δεν έχει απόλυτη έννοια αλλά το πηλίκο του ελευθέρου προς το ολικό PSA ενδεχομένως να δίνει πληροφορίες οι οποίες μπορούν να διακρίνουν την καλοήθεια από την κακοήθεια. Γενικά, μικρότερο πηλίκο PSA είναι υπέρ της κακοήθειας ενώ μεγαλύτερο πηλίκο FreePSA/TotalPSΑ είναι υπέρ της καλοήθους υπερτροφίας του προστάτου. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι ο προσδιορισμός του ελευθέρου PSA έχει έννοια για φάσμα τιμών PSA μεταξύ 4 και 10 ng/mL. Και η πληροφορία αυτή ενδεχομένως είναι πιο χρήσιμη σε ασθενείς με πολύ μεγάλους αδένες ή σε ασθενείς στους οποίους η βιοψία που έγινε ήταν αρνητική. Σε υγιείς άνδρες με PSA σε επίπεδα μεταξύ 4 και 10 ng/mL πολλοί συνιστούν τη βιοψία χωρίς τον πρόσθετο προσδιορισμό του ελεύθερου PSA ή προτιμούν τη θεραπεία με αντιβιοτικά για μία περίοδο 4-6 εβδομάδων πριν από την επανάληψη της μέτρησης του PSA. Αν η αγωγή γρήγορα ελαττώνει τα επίπεδα του PSA στα επίπεδα αναφοράς, η αύξηση του PSA η οποία προηγήθηκε της αντιβιοτικής αγωγής δεν είναι υπέρ του καρκίνου του προστάτου, είναι μάλλον υπέρ της προστατίτιδας. Σε κάθε περίπτωση όμως το PSA θα πρέπει να επαναληφθεί μετά την πάροδο ορισμένων μηνών.

Συχνότητα του screening για καρκίνο του προστάτη

Η δακτυλική εξέταση και η εκτίμηση των επιπέδων του PSA είναι τα δύο βασικά στοιχεία του συγχρόνου προγράμματος screening του καρκίνου του προστάτου. Η διορθική υπερηχογραφία παρουσιάζει πολλά υψηλά ποσοστά ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποτελέσει ένα εργαλείο screening. Καίτοι είναι πολύ χρήσιμο στην καθοδήγηση της λήψης βιοπτικού προστατικού υλικού. Σύμφωνα με την αμερικανική εταιρία καρκίνου, ο προσδιορισμός του PSA θα πρέπει να γίνεται σε ετήσια βάση μετά την ηλικία των 50 χρόνων καθώς επίσης και η δακτυλική εξέταση. Και επίσης σε άντρες οι οποίοι έχουν τουλάχιστον προσδόκιμο επιβιώσεως μέχρι την ηλικία των 75 χρόνων ή και μεγαλύτεροι. Σύμφωνα με την σύσταση αυτή δεν έχει έννοια να γίνεται ο προσδιορισμός του PSA σε άντρες μεγαλύτερους των 75 ετών.

Ο ρόλος του PSA στην παρακολούθηση της θεραπειας

Το PSA μετά από ριζική προστατεκτομή ελαττώνεται σε μή ανιχνεύσιμα επίπεδα. Μπορεί σε μερικές περιπτώσεις μετά την προστατεκτομή, να ανευρίσκεται σε χαμηλά ανιχνεύσιμα επίπεδα, που όμως δεν αυξάνονται και οφείλονται σε παραμονή μικρής ποσότητας φυσιολογικού προστατικού ιστού. Όμως επίπεδα PSA>0.2 ng/ml διαπιστούμενα σε δύο διαδοχικές μετρήσεις με χρονική απόσταση 2 εβδομάδων, το αυτό εργαστήριο, κατά γενική παραδοχή σημαίνουν υποτροπή της νόσου.

Ο χρόνος διπλασιασμού του PSA στη θεραπεία του καρκίνου του προστάτου

Όταν ο χρόνος διπλασιασμού των επιπέδων του PSA είναι μεγαλύτερος των 12-15 μηνών, η νόσος είναι χαμηλού βαθμού εξέλιξης και η θεραπεία διακόπτεται.

Όταν ο χρόνος είναι μικρότερος των 12 μηνών, τότε χρειάζεται θεραπεία. Όταν, τέλος, ο χρόνος διπλασιασμού του PSA είναι μικρότερος των 3 μηνών, τότε πρόκειται για πολύ επιθετική νόσο και χρειάζεται εντατική θεραπεία.

Το PSA ναδίρ στη θεραπεία του καρκίνου του προστάτου

PSA ναδίρ είναι τα ελάχιστα επίπεδα PSA που επιτυγχάνονται μετά την έναρξη θεραπείας αδρανοποίησης της τεστοστερόνης.

Πτώση του PSA σε επίπεδα μικρότερα των 0,05ng/ml μετά την έναρξη της θεραπείας είναι καλύτερος δείκτης και του χρόνου διπλασιασμού του PSA και του Gleasonscore.

Υψηλά επίπεδα ναδίρ PSA είναι ενδεικτικά ανάγκης πρόσθετης θεραπείας με ακτινοθεραπεία, ισχυρότερη αδρανοποίηση της τεστοστερόνης και χημειοθεραπεία.

Ποιος είναι ο μηχανισμός εισόδου στην κυκλοφορία του αίματος;

Το PSA παράγεται από τα επιθηλιακά κύτταρα του προστάτη και εκκρίνεται φυσιολογικά διαμέσου των προστατικών πόρων στο σπερματικό υγρό όπου βρίσκεται σε μεγάλες συγκεντρώσεις. Ενώ σε φυσιολογικές συνθήκες ελάχιστη ποσότητα εισβάλλει στην κυκλοφορία του αίματος, σε παθολογικές συνθήκες τα επίπεδα του PSA στον ορό αυξάνουν σημαντικά.

Ποιες είναι οι μορφές εμφάνισης του PSA στον ορό  

Το PSA εμφανίζεται ως ελεύθερο ή συνδεδεμένο με πρωτείνες αναστολείς στον ορό ή το πλάσμα. Οι κυριότερες μορφές του είναι:

 

  • Free PSA: Αντιπροσωπεύει μια ενζυματικά ανενεργή μορφή οποία δεν μπορεί να συνδεθεί με αναστολείς. Αποτελεί την επικρατέστερη μορφή του PSA στο σπέρμα.
  • PSA-ACT: Δημιουργείται από την σύνδεση του ελεύθερου PSA με τον αναστολέα άλφα-1-αντιχυμοτρυψίνη (alfa-1-antichymotrypsin). Είναι ενζυματικά ενεργή και η επικρατέστερη μορφή του PSA στον ορό. Σε ασθενείς με καρκίνο του προστάτη εμφανίζεται υψηλό ποσοστό της μορφής αυτής στον ορό τους σε σύγκριση με υγιείς ή με αυτούς που έχουν καλοήθη υπερπλασία του προστάτη.
  • PSA-a2M: Το ελεύθερο PSA μπορεί επίσης να συνδεθεί με την άλφα-2-μακροσφαιρίνη (alpha-2-macroglobulin, a2M) σχηματίζοντας σύμπλοκο υψηλού μοριακού βάρους. Η άλφα-2-μακροσφαιρίνη περιβάλλει το μόριο του PSA κρύβοντας όλες τις πιθανές θέσεις σύνδεσης (επίτοποι). Η μορφή αυτή δεν είναι ανιχνεύσιμη.

Ποια είναι η κλινική σημασία του PSA;

Τα επίπεδα του PSA στον ορό χρησιμοποιούνται κυρίως για την πρώιμη ανίχνευση και τον χειρισμό ασθενών με καρκίνο του προστάτη, την σταδιοποίηση του καρκίνου, την παρακολούθηση της θεραπείας, την ανίχνευση επανεμφάνισης καρκίνου και σαν προγνωστικός δείκτης.

 

  • Πρώιμη ανίχνευση: Τα επίπεδα του PSA στον ορό μετρούνται για την πρώιμη ανίχνευση και τον έλεγχο ασθενειών που σχετίζονται με τον προστάτη, κυρίως για τον καρκίνο του προστάτη, όμως αυξημένα επίπεδα PSA στον ορό μπορεί ακόμα να ανευρεθούν σε καλοήθη υπερπλασία του προστάτη, όπως και σε φλεγμονώδεις καταστάσεις του προστάτη αδένα.
  • Παρακολούθηση θεραπείας: Σημαντική ένδειξη για το PSA σε περιπτώσεις διαγνωσμένου καρκίνου του προστάτη είναι η παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας που έγινε, είτε χειρουργικής, είτε ακτινοθεραπευτικής ή φαρμακευτικής:
    • Μείωση των επιπέδων του PSA στα φυσιολογικά είναι ένδειξη της πλήρους αφαίρεσης ή απαλλαγής από τον όγκο.
    • Η επιμονή του δείκτη σε παθολογικά επίπεδα πιθανώς ακολουθούμενη από σύντομη πτώση, ή η εκ νέου αύξηση μετά από σύντομη πτώση είναι ένδειξη υπολειπόμενου καρκίνου και/ή μετάστασης.
    • Η εκ νέου αύξηση του PSA μετά από περίοδο φυσιολογικών τιμών (π.χ. μετά από προστατεκτομή) είναι ένδειξη επανεμφάνισης της νόσου.
  • Σταδιοποίηση: Τα επίπεδα του PSA στον ορό, σε πολλές περιπτώσεις σχετίζονται με το στάδιο του καρκίνου του προστάτη. Σχετική μελέτη που έγινε έδειξε ότι στο στάδιο Α, το 38% των ασθενών έδωσαν αυξημένα επίπεδα PSA, και στο στάδιο D, το 79%.

Τι σημαίνει “τιμές αναφοράς του PSA ανάλογα με την ηλικία”;

Ο Dr. Oesterling και οι συνεργάτες του από το Πανεπιστήμιο του Michigan, πρώτοι ανέφεραν τη σχέση των αυξανόμενων επιπέδων των τιμών αναφοράς του PSA με την πρόοδο της ηλικίας. Στη συνέχεια και άλλες ομάδες ερευνητών έδειξαν ότι ο καθορισμός τιμών αναφοράς για το PSA ορού, ανάλογα με την ηλικία, αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο για τον διαχωρισμό της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη από τον καρκίνο του προστάτη.
Ποιες άλλες παράμετροι χρησιμοποιούνται για βελτίωση της κλινικής χρήσης του PSA ;

 

  • Πυκνότητα PSA (Density): Η συγκέντρωση του PSA διαιρείται με το μέγεθος του προστατικού αδένα, όπως καθορίζεται από το διορθικό υπερηχογράφημα (TRUS) σε ng/ml/cc. Τιμές πυκνότητας PSA υψηλότερες από 0.15 είναι ενδεικτικές πιθανής παρουσίας καρκίνου προστάτη. Οι μελέτες που έχουν γίνει απέτυχαν να επιβεβαιώσουν την σημασία της παραμέτρου αυτής έναντι της απλής μέτρησης του PSA. Χρησιμοποιείται περίπου από το 20% των ουρολόγων.
  • Ταχύτητα PSA (Velocity): Η μεταβολή της συγκέντρωσης του PSA στην πάροδο του χρόνου. Απαιτούνται τουλάχιστον 3 μετρήσεις με διαφορά 12-18 μήνες από κάθε μέτρηση. Η μέτρηση του PSA σε τακτά χρονικά διαστήματα, βοηθά στην επισήμανση του βαθμού αύξησής του. Μια αύξηση της τάξης του 0.75 ng/ml στον ορό ή γύρω στο 20% κάθε χρόνο ίσως είναι ένδειξη ύπαρξης καρκίνου του προστάτη. Η μέθοδος αυτή εφαρμόζεται σε ασθενείς οι οποίοι ελέγχονται περιοδικά και μετρούν σε τακτά χρονικά διαστήματα τα επίπεδα του PSA στον ορό.
  • Τιμές αναφοράς ανάλογα με την ηλικία: Η συγκέντρωση του PSA στον ορό βρέθηκε να εξαρτάται από την ηλικία και την φυλή. Ο καθορισμός τιμών αναφοράς ανάλογα με την ηλικία κάνουν την εξέταση του PSA πιο ευαίσθητη για τους νεαρότερης ηλικίας άνδρες και πιο ειδική για τους μεγαλύτερους. Το 80% των ουρολόγων χρησιμοποιεί τιμές αναφοράς ανάλογα με την ηλικία για να αξιολογήσει την εξέταση του PSA.
  • Free PSA/Total PSA: Το ποσοστό του ελεύθερου PSA στον ορό βρέθηκε να αυξάνει σημαντικά σε ασθενείς με καλοήθη υπερπλασία, ενώ μειώνεται σε ασθενείς με καρκίνο του προστάτη. Ο λόγος ή το ποσοστό της συγκέντρωσης του ελεύθερου PSA προς τη συγκέντρωση του ολικού, είναι ένας καινούργιος δείκτης, ο οποίος προτείνεται να χρησιμοποιείται για να διευκρινίζει καταστάσεις μεταξύ καλοήθους υπερπλασίας και καρκίνου, ιδιαίτερα στους άνδρες εκείνους που έχουν ενδιάμεσα επίπεδα ολικού PSA ορού.

Ποιες είναι οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για την διάγνωση;

Η διαγνωστική διαδικασία που χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της προστατικής νόσου είναι:

 

  • Μέτρηση PSA ορού
  • Δακτυλική εξέταση (DRE)
  • Διορθικός υπέρηχος (TRUS)
  • Βιοψία

Εάν η μέτρηση του PSA ορού και η δακτυλική εξέταση δίνουν ενδείξεις για παρουσία καρκίνου του προστάτη,τότε θα πρέπει να ακολουθήσει βιοψία.

 

  • Ελεύθερο PSA (Free PSA)

Το ειδικό προστατικό αντιγόνο (PSA) έχει αποδειχθεί ότι είναι ένας αξιόλογος καρκινικός δείκτης για τον ουρολόγο, και θεωρείται η πιο χρήσιμη κλινικά, ένδειξη, για τη διάγνωση και τον χειρισμό του καρκίνου του προστάτη.

Παρ’ όλα αυτά όμως, το PSA δε θεωρείται ούτε 100% ευαίσθητο, ούτε 100% ειδικό. Το PSA βρίσκεται αυξημένο περίπου στο 30-50% της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη και αδυνατεί να εντοπίσει πάνω από το 20% του καρκίνου του προστάτη. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν άνθρωποι με μια φυσιολογική τιμή PSA,οι οποίοι δεν έχουν υποβληθεί σε βιοψία και συνεπώς ο καρκίνος τους δεν διαγιγνώσκεται. Απ’ την άλλη, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι με μια μετρίως αυξημένη τιμή PSA (4.1-10 ng/ml) οι οποίοι έχουν καλοήθη υπερπλασία (BPH) και όχι καρκίνο. Οι άνθρωποι αυτοί υπόκεινται σε μη αναγκαία βιοψία προστάτη. Οι παραπάνω επισημάνσεις έχουν οδηγήσει τους ερευνητές σε αναζήτηση μεθόδων για τη βελτίωση της εξέτασης PSA και τον πρώιμο εντοπισμό του καρκίνου του προστάτη.

Πρόσφατα, ανακαλύφθηκε ότι το PSA υπάρχει στον ορό σε πολλούς διαφορετικούς μοριακούς τύπους. Οι δύο βασικοί τύποι που εντοπίζονται ανοσολογικά είναι το ελεύθερο PSA και το PSA που συνδέεται με τη άλφα-1-αντιχυμοτρυψίνη (PSA-ACT). Ανδρες με BPH εμφανίζονται να έχουν υψηλότερο ποσοστό της ελεύθερης μορφής του PSA, ενώ άνδρες με καρκίνο του προστάτη έχουν υψηλότερο ποσοστό της συνδεδεμένης μορφής του PSA (PSA-ACT).

 

Συμπερασματικά λοιπόν, ο διαχωρισμός μεταξύ της ελεύθερης μορφής από την συνδεδεμένη μορφή, θα μπορεί να συμβάλλει στον διαχωρισμό μεταξύ πρώιμου, ιάσιμου καρκίνου του προστάτη και καλοήθους υπερπλασίας. Το ολικό PSA (Total PSA) είναι το σύνολο του ελεύθερου PSA και του συνδεδεμένου PSA-ACT, της κυρίαρχης μορφής στον ορό. Προκαταρκτικές έρευνες έδειξαν το πιθανό όφελος της χρήσης του επί τοις εκατό (%) ελεύθερου PSA (ή του λόγου freePSA/totalPSA) στην διαφοροποίηση της καλοήθους υπερπλασίας από τον καρκίνο του προστάτη. Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι το % freePSA, τελικά, δεν θα επιβεβαιώσει ή θα αποκλείσει τον καρκίνο του προστάτη, διότι εξακολουθεί να υπάρχει κάποια τάυτιση (overlap) μεταξύ της καλοήθους και κακοήθους ασθένειας του προστάτη μέσα από την επί της εκατό κλίμακα του freePSA. Παρ’ όλα αυτά όμως, το % freePSA αποτελεί έναν σημαντικό δείκτη που παρέχει, τόσο στον γιατρό, όσο και στον ασθενή, καλύτερη εκτίμηση της πιθανότητας να έχει καρκίνο του προστάτη ή όχι.

Κλινική σημασία του λόγου fPSA/tPSA

 

  • Παρέχει έναντι του PSA καλύτερη εκτίμηση της πιθανότητας να έχει κάποιος καρκίνο του προστάτη, συμβάλλοντας έτσι στον καλύτερο διαχωρισμό μεταξύ καρκίνου και καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη.
  • Βελτιώνει την ευαισθησία και την ειδικότητα της εξέτασης του PSA, μειώνοντας τον αριθμό των αρνητικών βιοψιών (καλύτερη ειδικότητα) ιδιαίτερα σε τιμές PSA 4-10 ng/ml και αυξάνοντας τον αριθμό των ανιχνεύσιμων καρκίνων (καλύτερη ευαισθησία) σε τιμές PSA
  • Θα πρέπει να καθορισθούν δύο όρια (cutpoints) για την αξιολόγηση των τιμών του λόγου fPSA/tPSA και να χρησιμοποιηθούν αυτά ανάλογα με την τιμή του PSA.
    • Σε τιμές tPSA 4-10 ng/ml, το όριο του λόγου fPSA/tPSA πρέπει να είναι “υψηλό”, γύρω στο 0.24, για να αποφευχθούν αρνητικές βιοψίες (fPSA/tPSA > 0.24 αποτελεί ένδειξη καλοήθειας)
    • Σε τιμές tPSA 3-4 ng/ml, το όριο του λόγου fPSA/tPSA πρέπει να είναι “χαμηλό”, γύρω στο 0.19, για να αυξηθεί ο αριθμός των ανιχνευομένων καρκίνων (fPSA/tPSA